ἕδρα

ἕδρα
ἕδρα (ἕδραν; -αι, -αιςι).)
a dwelling place of gods or men. ὃν πατέρ' Ἄκρων ἐκάρυξε καὶ τὰν νέοικον ἕδραν Kamarina O. 5.8 ἀπάτερθε δ' ἔχον ἀστέων μοίρας, κέκληνται δέ σφιν ἕδραι (Kamiros, Ialysos, Lindos) O. 7.76 αἵτε ναίετε καλλίπωλον ἕδραν Χαρίτες Orchomenos O. 14.2 Κρόνου παῖδας βασιλῆας ἴδον χρυσέαις ἐν ἕδραις (perhaps seats) P. 3.94

τὸ μὲν παρ' ἆμαρ ἕδραισι Θεράπνας, τὸ δ οἰκέοντας ἔνδον Ὀλύμπου P. 11.63

βραχὺς ἐξικέσθαι χαλκόπεδον θεῶν ἕδραν I. 7.44

]ς ἕδραι θε[ Πα. 13c. 7.
b sitting, assembly εἶδεν δ (sc. Πηλεύς)

εὔκυκλον ἕδραν, τὰν οὐρανοῦ βασιλῆες πόντου τ' ἐφεζόμενοι δῶρα καὶ κράτος ἐξέφαναν N. 4.66


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἕδρα — ἕδρᾱ , ἕδρα sitting place fem nom/voc/acc dual ἕδρᾱ , ἕδρα sitting place fem nom/voc sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔδρα — ἔδρᾱ , δράω do imperf ind act 3rd sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έδρα — η (AM ἕδρα Α και ἕδρη) 1. τόπος διαμονής, οίκημα 2. ο τόπος όπου λειτουργούν μόνιμα οι ανώτερες αρχές ή υπάρχει το κεντρικό κατάστημα («έδρα κοινότητας») 3. ιατρ. το μέρος όπου τοποθετείται πάθος ή φυσιολογική ενέργεια («έδρα τών αντανακλαστικών… …   Dictionary of Greek

  • έδρα — η 1. αυτό όπου κάθεται κανείς, κάθισμα, θρόνος, σκαμνί, καρέκλα, πολυθρόνα. 2. κάθισμα πάνω σε βάθρο με γραφείο μπροστά ή με αναλόγιο ή με τραπέζι σαν βήμα, η καθέδρα: Έδρα καθηγητή, δικαστή, προέδρου. 3. μτφ., θέση ή αξίωμα καθηγητή… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἕδρᾳ — ἕδραι , ἕδρα sitting place fem nom/voc pl ἕδρᾱͅ , ἕδρα sitting place fem dat sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αγία Έδρα — Η έδρα του αρχηγού της καθολικής Εκκλησίας. Παλαιότερα ήταν η Ρώμη και τώρα το Βατικανό (βλ. λ.) …   Dictionary of Greek

  • ἕδρας — ἕδρᾱς , ἕδρα sitting place fem acc pl ἕδρᾱς , ἕδρα sitting place fem gen sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕδραι — ἕδρα sitting place fem nom/voc pl ἕδρᾱͅ , ἕδρα sitting place fem dat sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδραπέτευον — ἐδρᾱπέτευον , δραπετεύω run away imperf ind act 3rd pl ἐδρᾱπέτευον , δραπετεύω run away imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑδράσας — ἑδρά̱σᾱς , ἑδράζω cause to sit fut part act fem acc pl (doric) ἑδρά̱σᾱς , ἑδράζω cause to sit fut part act fem gen sg (doric) ἑδράσᾱς , ἑδράζω cause to sit aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑδράων — ἑδρά̱ων , ἕδρα sitting place fem gen pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”